οβίδα
•
- στρατιωτικός όροςβλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οβίδα < (καθαρεύουσα) οβίς < γαλλική obus < γερμανική Haubitze < τσεχική houfnice < houf < πρωτογερμανική *haupaz < *hauppaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kouHp-nó-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οβίδα | οβίδες |
| Γενική | οβίδας | οβίδων |
| Αιτιατική | οβίδα | οβίδες |
| Κλητική | οβίδα | οβίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →