Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οβελισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοτο πέρασμα στον οβελό, στη σούβλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οβελισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀβελισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοβελισμόςοβελισμοί
Γενικήοβελισμούοβελισμών
Αιτιατικήοβελισμόοβελισμούς
Κλητικήοβελισμέοβελισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →