ογκανίζω
•
- γκαρίζω (για την κραυγή του γαϊδάρου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ογκανίζω < αρχαία ελληνική ὀγκάομαι/ὀγκῶμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ογκανίζω | ογκανίζεις | ογκανίζει | ογκανίζουμε | ογκανίζετε | ογκανίζουν / ογκανίζουνε |
| Παρατατικός | ογκάνιζα | ογκάνιζες | ογκάνιζε | ογκανίζαμε | ογκανίζατε | ογκάνιζαν / ογκανίζαν / ογκανίζανε |
| Αόριστος | ογκάνισα | ογκάνισες | ογκάνισε | ογκανίσαμε | ογκανίσατε | ογκάνισαν / ογκανίσαν / ογκανίσανε |
| Μέλλοντας | θα ογκανίζω / θα ογκανίσω | θα ογκανίζεις / θα ογκανίσεις | θα ογκανίζει / θα ογκανίσει | θα ογκανίζουμε / θα ογκανίσουμε | θα ογκανίζετε / θα ογκανίσετε | θα ογκανίζουν / θα ογκανίζουνε / θα ογκανίσουν / θα ογκανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ογκανίσει | έχεις ογκανίσει | έχει ογκανίσει | έχουμε ογκανίσει | έχετε ογκανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ογκανίσει | είχες ογκανίσει | είχε ογκανίσει | είχαμε ογκανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ογκανίσει / να ογκανίζω / να ογκανίσω | να έχεις ογκανίσει / να ογκανίζεις / να ογκανίσεις | να έχει ογκανίσει / να ογκανίζει / να ογκανίσει | να έχουμε ογκανίσει / να ογκανίζουμε / να ογκανίσουμε | να έχετε ογκανίσει / να ογκανίζετε / να ογκανίσετε | να ογκανίζουν / να ογκανίζουνε / να ογκανίσουν / να ογκανίσουνε |
| Προστακτική | — | ογκάνιζε / ογκάνισε | — | — | ογκανίζετε / ογκανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →