ογκηθμός
•
- λόγιογκάρισμα Βικιλεξικό
- Οἱ ὀγκηθμοὶ τῶν ὄνων καὶ τῶν ὑπαιθρίων ρητόρων εἰσί μελῳδικώτεροι τοῦ συνήθους ὅταν ἐπίκειται βροχή. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
ογκηθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀγκηθμός < ὀγκάομαι/ὀγκῶμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ογκηθμός | ογκηθμοί |
| Γενική | ογκηθμού | ογκηθμών |
| Αιτιατική | ογκηθμό | ογκηθμούς |
| Κλητική | ογκηθμέ | ογκηθμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →