γκάρισμα
•
- φωνή ζώουη φωνή του γαϊδάρου Βικιλεξικό
- δυνατή, άσχημη ή παράφωνη κραυγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκάρισμα < γκαρίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκάρισμα | γκαρίσματα |
| Γενική | γκαρίσματος | γκαρισμάτων |
| Αιτιατική | γκάρισμα | γκαρίσματα |
| Κλητική | γκάρισμα | γκαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →