οδηγία
•
- προφορικό ή γραπτό κείμενο που εξηγεί πώς να κάνει κανείς κάτι, π.χ. πώς χρησιμοποιείται μια συσκευή Βικιλεξικό
- οδηγίες χρήσης
- επίσημη διαταγή ή εντολή σε γραπτή μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδηγία < ελληνιστική κοινή ὁδηγία < ὁδηγός < αρχαία ελληνική ὁδός + ἄγω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική directive)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδηγία | οδηγίες |
| Γενική | οδηγίας | οδηγιών |
| Αιτιατική | οδηγία | οδηγίες |
| Κλητική | οδηγία | οδηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →