Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδηγητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ικανός να οδηγεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οδηγητικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδηγητικόςοδηγητικήοδηγητικό
Γενικήοδηγητικούοδηγητικήςοδηγητικού
Αιτιατικήοδηγητικόοδηγητικήοδηγητικό
Κλητικήοδηγητικέοδηγητικήοδηγητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοδηγητικοίοδηγητικέςοδηγητικά
Γενικήοδηγητικώνοδηγητικώνοδηγητικών
Αιτιατικήοδηγητικούςοδηγητικέςοδηγητικά
Κλητικήοδηγητικοίοδηγητικέςοδηγητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →