Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοδείκτης

/o.ðoˈði.ktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σήμα δρόμου που δείχνει τις κατευθύνσεις των οδών και τις σχετικές χιλιομετρικές αποστάσεις Βικιλεξικό
    • Παρ' όλο που ο οδοδείκτης έγραφε καθαρά «Οδός Χρυσανθέμων», δεν έπαυσαν ν' αναρωτιούνται, αν βρίσκονταν στο σωστό μέρος (Ντίνος Οικονόμου, Η πλαγιά με τα νίφαστρα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 399)
    • Η παρούσα έκδοση, ως φωτεινός οδοδείκτης, διδάσκει στις νέες γενιές το πώς πολεμούν κι ανθίστανται οι Έλληνες στη βία, το άδικο, την καταπίεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων . Λευκωσία , 6 Νοεμβρίου 2006 (Ανδρέας Δρυμιώτης, 20 μήνες όμηρος, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2007, σελ. 10)

Ετυμολογία

οδοδείκτης < μεσαιωνική ελληνική οδοδείκτης < ὁδός + δείκτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδοδείκτηςοδοδείκτες
Γενικήοδοδείκτηοδοδεικτών
Αιτιατικήοδοδείκτηοδοδείκτες
Κλητικήοδοδείκτηοδοδείκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →