δείκτης
•
- αντικείμενο που δείχνει μια τιμή Βικιλεξικό
- ο λεπτός δείκτης του ρολογιού δείχνει τα λεπτά
- ανατομίατο δεύτερο δάχτυλο του χεριού μας, αυτό που συνήθως χρησιμοποιούμε για να δείχνουμε κάτι Βικιλεξικό
- αριθμητικό ή άλλο μέγεθος που παρέχει πληροφορίες ή αποτελεί ένδειξη για την εξέλιξη ενός ευρύτερου φαινομένου, όπως στην οικονομία Βικιλεξικό
- μαθηματικάο αριθμός που δηλώνει τοπ βαθμό της ρίζα2 Βικιλεξικό
- μαθηματικάμικρός χαρακτήρας κάτω από την θέση του κανονικού και κοντά σε αυτόν (πχ. x₂). Βικιλεξικό
- πληροφορική, (GUI) ο κέρσορας, ο δρομέας του ποντικιού όπως φαίνεται στην οθόνη του υπολογιστή Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςείδος μεταβλητής (variable) που δεν περιέχει την ίδια την τιμή της πληροφορίας, αλλά έναν αριθμό που προσδιορίζει την θέσης (address) της σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο, μνήμη Η/Υ) από όπου μπορεί να ανακτηθεί η τιμή ή τη θέση στοιχείου σε μια δομή ακολουθίας στοιχείων (πχ. πίνακα). Βικιλεξικό
- χημείαχημική ένωση της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προσθέσουμε σε αυτήν οξύ ή βάση Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο ευρετήριο στο τέλος των βιβλίων (< λατινική index) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δείκτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δείκτης (που εκθέτει) : για το δάχτυλο: (ελληνιστική κοινή) δεικτικός (εννοείται δάκτυλος : για τα μαθηματικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indice, indicateur & γερμανική Anzeiger, Anzeige
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δείκτης | δείκτες |
| Γενική | δείκτη | δεικτών |
| Αιτιατική | δείκτη | δείκτες |
| Κλητική | δείκτη | δείκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →