Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δείκτης

/ˈði.ktis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αντικείμενο που δείχνει μια τιμή Βικιλεξικό
    • ο λεπτός δείκτης του ρολογιού δείχνει τα λεπτά
  2. ανατομίατο δεύτερο δάχτυλο του χεριού μας, αυτό που συνήθως χρησιμοποιούμε για να δείχνουμε κάτι Βικιλεξικό
  3. αριθμητικό ή άλλο μέγεθος που παρέχει πληροφορίες ή αποτελεί ένδειξη για την εξέλιξη ενός ευρύτερου φαινομένου, όπως στην οικονομία Βικιλεξικό
  4. μαθηματικάο αριθμός που δηλώνει τοπ βαθμό της ρίζα2 Βικιλεξικό
  5. μαθηματικάμικρός χαρακτήρας κάτω από την θέση του κανονικού και κοντά σε αυτόν (πχ. x₂). Βικιλεξικό
  6. πληροφορική, (GUI) ο κέρσορας, ο δρομέας του ποντικιού όπως φαίνεται στην οθόνη του υπολογιστή Βικιλεξικό
  7. προγραμματισμόςείδος μεταβλητής (variable) που δεν περιέχει την ίδια την τιμή της πληροφορίας, αλλά έναν αριθμό που προσδιορίζει την θέσης (address) της σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο, μνήμη Η/Υ) από όπου μπορεί να ανακτηθεί η τιμή ή τη θέση στοιχείου σε μια δομή ακολουθίας στοιχείων (πχ. πίνακα). Βικιλεξικό
  8. χημείαχημική ένωση της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προσθέσουμε σε αυτήν οξύ ή βάση Βικιλεξικό
  9. παρωχημένοτο ευρετήριο στο τέλος των βιβλίων (< λατινική index) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δείκτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δείκτης (που εκθέτει) : για το δάχτυλο: (ελληνιστική κοινή) δεικτικός (εννοείται δάκτυλος : για τα μαθηματικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indice, indicateur & γερμανική Anzeiger, Anzeige

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδείκτηςδείκτες
Γενικήδείκτηδεικτών
Αιτιατικήδείκτηδείκτες
Κλητικήδείκτηδείκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →