οδοντικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στα δόντια Βικιλεξικό
- οδοντικό νήμα
- γλωσσολογίατο σύμφωνο που παράγεται με την επαφή της γλώσσας πάνω στα δόντια Βικιλεξικό
- Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- τα οδοντικά σύμφωνα αποβάλλονται πριν το σίγμα
- τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα τ, δ, θ και ντ
Ετυμολογία
οδοντικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀδοντικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοντικός | οδοντική | οδοντικό |
| Γενική | οδοντικού | οδοντικής | οδοντικού |
| Αιτιατική | οδοντικό | οδοντική | οδοντικό |
| Κλητική | οδοντικέ | οδοντική | οδοντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοντικοί | οδοντικές | οδοντικά |
| Γενική | οδοντικών | οδοντικών | οδοντικών |
| Αιτιατική | οδοντικούς | οδοντικές | οδοντικά |
| Κλητική | οδοντικοί | οδοντικές | οδοντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →