Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοντοστοιχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σειρά δοντιών, το σύνολο των δοντιών στην γνάθο Βικιλεξικό
    • Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)

Ετυμολογία

οδοντοστοιχία < οδούς (γενική: οδόντος) + -ο- + -στοιχία (< στοίχος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδοντοστοιχίαοδοντοστοιχίες
Γενικήοδοντοστοιχίαςοδοντοστοιχιών
Αιτιατικήοδοντοστοιχίαοδοντοστοιχίες
Κλητικήοδοντοστοιχίαοδοντοστοιχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →