οδοποιός
•
- επάγγελμαο μηχανικός που έχει εξειδικευτεί στη χάραξη και την κατασκευή δρόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδοποιός < οδ(ός) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οδοποιός | οδοποιοί |
| Γενική | οδοποιού | οδοποιών |
| Αιτιατική | οδοποιό | οδοποιούς |
| Κλητική | οδοποιέ | οδοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →