Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οδοστρωσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατασκευή οδοστρώματος Βικιλεξικό
    • Οι υπολειπόμενες εργασίες του έργου, για την ολοκλήρωση των οποίων δόθηκε παράταση προθεσμίας 18 μηνών, αφορούν χωματουργικές και τεχνικές εργασίες επί του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ στο δίκτυο των παράπλευρων οδών και σε ορισμένους κόμβους, οδοστρωσία, ασφαλτικά, εργασίες σήμανσης και ασφάλειας, ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις και έργα πρασίνου. (www.tovima.gr, 22.08.2012)

Ετυμολογία

οδοστρωσία < ελληνιστική κοινή ὁδοστρωσία < αρχαία ελληνική ὁδός + στρώννυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοδοστρωσίαοδοστρωσίες
Γενικήοδοστρωσίαςοδοστρωσιών
Αιτιατικήοδοστρωσίαοδοστρωσίες
Κλητικήοδοστρωσίαοδοστρωσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →