οδωνυμικός
•
- που αναφέρεται στα ονόματα των οδών ή έχει σχέση μ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοοδωνυμικό: η ονομασία μιας οδού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οδωνυμικός < οδωνύμ(ιο) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε οδ(ός) + -ωνυμικός. : Και (ουσιαστικοποιημένο).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδωνυμικός | οδωνυμική | οδωνυμικό |
| Γενική | οδωνυμικού | οδωνυμικής | οδωνυμικού |
| Αιτιατική | οδωνυμικό | οδωνυμική | οδωνυμικό |
| Κλητική | οδωνυμικέ | οδωνυμική | οδωνυμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οδωνυμικοί | οδωνυμικές | οδωνυμικά |
| Γενική | οδωνυμικών | οδωνυμικών | οδωνυμικών |
| Αιτιατική | οδωνυμικούς | οδωνυμικές | οδωνυμικά |
| Κλητική | οδωνυμικοί | οδωνυμικές | οδωνυμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →