Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οιδαλέος

/i.ðaˈle.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοεξογκωμένος, πρησμένος, φουσκωμένος Βικιλεξικό
    • στον υποθυρεοειδισμό το δέρμα γίνεται οιδαλέο, αδρό, τραχύ καί ξηρό

Ετυμολογία

οιδαλέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰδαλέος < αρχαία ελληνική οἰδ(έω) + -αλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοιδαλέοςοιδαλέαοιδαλέο
Γενικήοιδαλέουοιδαλέαςοιδαλέου
Αιτιατικήοιδαλέοοιδαλέαοιδαλέο
Κλητικήοιδαλέεοιδαλέαοιδαλέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοιδαλέοιοιδαλέεςοιδαλέα
Γενικήοιδαλέωνοιδαλέωνοιδαλέων
Αιτιατικήοιδαλέουςοιδαλέεςοιδαλέα
Κλητικήοιδαλέοιοιδαλέεςοιδαλέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →