οιδαλέος
•
- λόγιοεξογκωμένος, πρησμένος, φουσκωμένος Βικιλεξικό
- στον υποθυρεοειδισμό το δέρμα γίνεται οιδαλέο, αδρό, τραχύ καί ξηρό
Ετυμολογία
οιδαλέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή οἰδαλέος < αρχαία ελληνική οἰδ(έω) + -αλέος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οιδαλέος | οιδαλέα | οιδαλέο |
| Γενική | οιδαλέου | οιδαλέας | οιδαλέου |
| Αιτιατική | οιδαλέο | οιδαλέα | οιδαλέο |
| Κλητική | οιδαλέε | οιδαλέα | οιδαλέο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οιδαλέοι | οιδαλέες | οιδαλέα |
| Γενική | οιδαλέων | οιδαλέων | οιδαλέων |
| Αιτιατική | οιδαλέους | οιδαλέες | οιδαλέα |
| Κλητική | οιδαλέοι | οιδαλέες | οιδαλέα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →