οίδημα
•
- πρήξιμο σε ορισμένο σημείο των ιστών του σώματος λόγω παθολογικής συγκέντρωσης υγρού Βικιλεξικό
- πέθανε από πνευμονικό οίδημα μία εβδομάδα προ των εκλογών (Βασίλης Βεκίρης, Ο πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη, 1999, σελ.69)
Ετυμολογία
οίδημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἴδημα < οἶδος (πρήξιμο), οἰδέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οίδημα | οιδήματα |
| Γενική | οιδήματος | οιδημάτων |
| Αιτιατική | οίδημα | οιδήματα |
| Κλητική | οίδημα | οιδήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →