οικειοθελής
•
- που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικειοθελής < οικεί(ος) + -ο- + θέλ(ω) + ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικειοθελής | οικειοθελής | οικειοθελές |
| Γενική | οικειοθελούς | οικειοθελούς | οικειοθελούς |
| Αιτιατική | οικειοθελή | οικειοθελή | οικειοθελές |
| Κλητική | οικειοθελή / οικειοθελής | οικειοθελής | οικειοθελές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικειοθελείς | οικειοθελείς | οικειοθελή |
| Γενική | οικειοθελών | οικειοθελών | οικειοθελών |
| Αιτιατική | οικειοθελείς | οικειοθελείς | οικειοθελή |
| Κλητική | οικειοθελείς | οικειοθελείς | οικειοθελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →