Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικειοθελής

/i.ci.o.θeˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με τη θέληση κάποιου, χωρίς να έχει υπάρξει εξαναγκασμός, πίεση ή υποχρέωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικειοθελής < οικεί(ος) + -ο- + θέλ(ω) + ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικειοθελήςοικειοθελήςοικειοθελές
Γενικήοικειοθελούςοικειοθελούςοικειοθελούς
Αιτιατικήοικειοθελήοικειοθελήοικειοθελές
Κλητικήοικειοθελή / οικειοθελήςοικειοθελήςοικειοθελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικειοθελείςοικειοθελείςοικειοθελή
Γενικήοικειοθελώνοικειοθελώνοικειοθελών
Αιτιατικήοικειοθελείςοικειοθελείςοικειοθελή
Κλητικήοικειοθελείςοικειοθελείςοικειοθελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →