οικογενειακός
•
- που αναφέρεται στην οικογένεια ή στους δεσμούς που ενώνουν τα μέλη της ή ανήκει σε αυτήν Βικιλεξικό
- Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 https://www.zinapost.gr/newsroom/news/386591_o-petros-kostopoylos-grafei-apohaireta-tin-ti-mykono-poy-haneis/)
- που προορίζεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας οικογένειας Βικιλεξικό
- οικογενειακό αυτοκίνητο
Ετυμολογία
οικογενειακός < οικογένει(α) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικογενειακός | οικογενειακή | οικογενειακό |
| Γενική | οικογενειακού | οικογενειακής | οικογενειακού |
| Αιτιατική | οικογενειακό | οικογενειακή | οικογενειακό |
| Κλητική | οικογενειακέ | οικογενειακή | οικογενειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικογενειακοί | οικογενειακές | οικογενειακά |
| Γενική | οικογενειακών | οικογενειακών | οικογενειακών |
| Αιτιατική | οικογενειακούς | οικογενειακές | οικογενειακά |
| Κλητική | οικογενειακοί | οικογενειακές | οικογενειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →