Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επώνυμο

/eˈpo.ni.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το οικογενειακό όνομα κάποιου, το επίθετό του Βικιλεξικό
    • Το μικρό του όνομα είναι Δημήτρης και το επώνυμό του είναι Δημητρόπουλος.

Ετυμολογία

επώνυμο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπώνυμον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο < αρχαία ελληνική ἐπώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + -ώνυμο. Δείτε και όνομα.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →