οικογενειοκρατία
•
- διαφθοράτο φαινόμενο να επιβιώνουν και να κυριαρχούν στην πολιτική, κοινωνική, ακαδημαϊκή ζωή (αλλά και στην οικονομική ζωή ενός τόπου) μέλη της ίδιας οικογενείας συχνά επί σειρά πολλών γενεών, ο νεποτισμός Βικιλεξικό
- Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρώτος διδάξας της οικογενειοκρατίας, είχε πει «εγώ και τη μαγκούρα μου να στείλω στην Μάνη, θα εκλεγεί βουλευτής»
Ετυμολογία
οικογενειοκρατία < οικογένει(α) + -ο- + -κρατία (<κράτος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικογενειοκρατία | οικογενειοκρατίες |
| Γενική | οικογενειοκρατίας | οικογενειοκρατιών |
| Αιτιατική | οικογενειοκρατία | οικογενειοκρατίες |
| Κλητική | οικογενειοκρατία | οικογενειοκρατίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →