Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικολόγος

/i.koˈlo.ɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο/η επιστήμονας που ασχολείται με την οικολογία Βικιλεξικό
  2. πολιτικήο οπαδός του οικολογικού κινήματος Βικιλεξικό
  3. γενικότεραπου έχει οικολογική συνείδηση και συμπεριφορά, που εκδηλώνει έμπρακτα το ενδιαφέρον για το περιβάλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικολόγος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική écologue ή γερμανική Ökologe, οικο- + -λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικολόγοςοικολόγοι
Γενικήοικολόγουοικολόγων
Αιτιατικήοικολόγοοικολόγους
Κλητικήοικολόγεοικολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →