οικονομοτεχνικός
•
- που έχει σχέση εξίσου / ταυτόχρονα με τον οικονομικό και τεχνικό τομέα ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
- Για κάθε Περιφέρεια της χώρας θα καταρτίζεται οικονομοτεχνική μελέτη που θα καταγράφει τη δόμηση (αριθμός, εμβαδόν και κάλυψη κτιρίων και κατασκευών, ημερομηνία κατασκευής κλπ.) εντός των εκτάσεων που περιλαμβάνονται στους αναρτημένους ή κυρωμένους δασικούς χάρτες. (www.tovima.gr, 04.03.2020)
Ετυμολογία
οικονομοτεχνικός < οικονομικός + -ο- + τεχνικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική technoeconomic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικονομοτεχνικός | οικονομοτεχνική | οικονομοτεχνικό |
| Γενική | οικονομοτεχνικού | οικονομοτεχνικής | οικονομοτεχνικού |
| Αιτιατική | οικονομοτεχνικό | οικονομοτεχνική | οικονομοτεχνικό |
| Κλητική | οικονομοτεχνικέ | οικονομοτεχνική | οικονομοτεχνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οικονομοτεχνικοί | οικονομοτεχνικές | οικονομοτεχνικά |
| Γενική | οικονομοτεχνικών | οικονομοτεχνικών | οικονομοτεχνικών |
| Αιτιατική | οικονομοτεχνικούς | οικονομοτεχνικές | οικονομοτεχνικά |
| Κλητική | οικονομοτεχνικοί | οικονομοτεχνικές | οικονομοτεχνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →