Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοπεδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με οικόπεδο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοπεδικός < ελληνιστική κοινή οἰκοπεδικός < αρχαία ελληνική οἰκόπεδον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοπεδικόςοικοπεδικήοικοπεδικό
Γενικήοικοπεδικούοικοπεδικήςοικοπεδικού
Αιτιατικήοικοπεδικόοικοπεδικήοικοπεδικό
Κλητικήοικοπεδικέοικοπεδικήοικοπεδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοικοπεδικοίοικοπεδικέςοικοπεδικά
Γενικήοικοπεδικώνοικοπεδικώνοικοπεδικών
Αιτιατικήοικοπεδικούςοικοπεδικέςοικοπεδικά
Κλητικήοικοπεδικοίοικοπεδικέςοικοπεδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →