Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικόπεδο

/iˈko.pe.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τμήμα γης στο οποίο έχει ή προορίζεται να ανεγερθεί ένα κτίριο Βικιλεξικό
    • Το νέο καθεστώς φορολογίας θα αφορά περισσότερους από 3.500.000 ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεζονετών, μονοκατοικιών, επαγγελματικών ακινήτων, οικοπέδων, κ.ά. και είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσει αρνητικά τις τσέπες των νοικοκυριών. (@tovima.gr)
    • Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
  2. μεταφορικάχώρος ευθύνης ή πεδίο όπου κάποιος έχει ειδίκευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικόπεδο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἰκόπεδον < οἶκος + πέδον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικόπεδοοικόπεδα
Γενικήοικοπέδου / οικόπεδουοικοπέδων
Αιτιατικήοικόπεδοοικόπεδα
Κλητικήοικόπεδοοικόπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →