οικοπεδοποίηση
•
- η μετατροπή μεγάλων εκτάσεων γης σε οικόπεδα προς πώληση Βικιλεξικό
- η συνήθως με παράνομα μέσα αξιοποίηση της γης, με τον τεμαχισμό μεγάλων εκτάσεων (συχνά δασικών) και εν συνεχεία η διάθεσή τους στην αγορά ακινήτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοπεδοποίηση < οικόπεδ(ο) + -ο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικοπεδοποίηση | οικοπεδοποιήσεις |
| Γενική | οικοπεδοποίησης | οικοπεδοποιήσεων |
| Αιτιατική | οικοπεδοποίηση | οικοπεδοποιήσεις |
| Κλητική | οικοπεδοποίηση | οικοπεδοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →