Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοπεδοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μετατροπή μεγάλων εκτάσεων γης σε οικόπεδα προς πώληση Βικιλεξικό
  2. η συνήθως με παράνομα μέσα αξιοποίηση της γης, με τον τεμαχισμό μεγάλων εκτάσεων (συχνά δασικών) και εν συνεχεία η διάθεσή τους στην αγορά ακινήτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοπεδοποίηση < οικόπεδ(ο) + -ο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοικοπεδοποίησηοικοπεδοποιήσεις
Γενικήοικοπεδοποίησηςοικοπεδοποιήσεων
Αιτιατικήοικοπεδοποίησηοικοπεδοποιήσεις
Κλητικήοικοπεδοποίησηοικοπεδοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →