οικοπεδοποιώ
•
- μετατρέπω μια έκταση σε οικόπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοπεδοποιώ < οικόπεδο + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οικοπεδοποιώ | οικοπεδοποιείς | οικοπεδοποιεί | οικοπεδοποιούμε | οικοπεδοποιείτε | οικοπεδοποιούν / οικοπεδοποιούνε |
| Παρατατικός | οικοπεδοποιούσα | οικοπεδοποιούσες | οικοπεδοποιούσε | οικοπεδοποιούσαμε | οικοπεδοποιούσατε | οικοπεδοποιούσαν / οικοπεδοποιούσανε |
| Αόριστος | οικοπεδοποίησα | οικοπεδοποίησες | οικοπεδοποίησε | οικοπεδοποιήσαμε | οικοπεδοποιήσατε | οικοπεδοποίησαν / οικοπεδοποιήσαν / οικοπεδοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα οικοπεδοποιήσω / θα οικοπεδοποιώ | θα οικοπεδοποιήσεις / θα οικοπεδοποιείς | θα οικοπεδοποιήσει / θα οικοπεδοποιεί | θα οικοπεδοποιήσουμε / θα οικοπεδοποιούμε | θα οικοπεδοποιήσετε / θα οικοπεδοποιείτε | θα οικοπεδοποιήσουν / θα οικοπεδοποιήσουνε / θα οικοπεδοποιούν / θα οικοπεδοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω οικοπεδοποιήσει | έχεις οικοπεδοποιήσει | έχει οικοπεδοποιήσει | έχουμε οικοπεδοποιήσει | έχετε οικοπεδοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οικοπεδοποιήσει | είχες οικοπεδοποιήσει | είχε οικοπεδοποιήσει | είχαμε οικοπεδοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιήσω / να οικοπεδοποιώ | να έχεις οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιήσεις / να οικοπεδοποιείς | να έχει οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιεί | να έχουμε οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιήσουμε / να οικοπεδοποιούμε | να έχετε οικοπεδοποιήσει / να οικοπεδοποιήσετε / να οικοπεδοποιείτε | να οικοπεδοποιήσουν / να οικοπεδοποιήσουνε / να οικοπεδοποιούν / να οικοπεδοποιούνε |
| Προστακτική | — | οικοπεδοποίει / οικοπεδοποίησε | — | — | οικοπεδοποιήστε / οικοπεδοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →