οινολόγος
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με την οινολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οινολόγος < οινολογ(ία) + -ος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική œnologue < œnolog(ie) < œno- + -logie < οινο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οινολόγος | οινολόγοι |
| Γενική | οινολόγου | οινολόγων |
| Αιτιατική | οινολόγο | οινολόγους |
| Κλητική | οινολόγε | οινολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →