οιστρήλατος
•
- που έχει καταληφθεί από οίστρο, που βρίσκεται σε συναισθηματική ή δημιουργική έξαψη Βικιλεξικό
- Ἐν τούτοις τὸ ἔτος 1885 ἐβυθίσθη εἰς τὸ χάος τῆς αἰωνιότητος, ὡς θὰ ἔγραφε ρωμαντικός τις καὶ οἰστρήλατος ποιητής (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
- Έτσι όταν ο Λουκίνο, ένας τόσο δραστήριος συχωριανός, ένα πραγματικό ηφαίστειο ιδεών, ένας οιστρήλατος, αποφάσισε να χαρίσει αίγλη στο κωλοχώρι τους μ' ένα ωραίο βραβείο.. (Αλεσσάντρο Πιπέρνο, Διωγμός, Εκδ. Πατάκη, 2016 https://books.google.gr/books?id=KbQiDAAAQBAJ&lpg=PT349&dq=%CE%BF%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82&pg=PT349#v=onepage&q=%CE%BF%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AE%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82&f=false)
Ετυμολογία
οιστρήλατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική οἰστρήλατος < οἶστρος + ἐλαύνω + -τος. Μορφολογικά αναλύεται σε οίστρ(ος) + -ήλατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οιστρήλατος | οιστρήλατη | οιστρήλατο |
| Γενική | οιστρήλατου | οιστρήλατης | οιστρήλατου |
| Αιτιατική | οιστρήλατο | οιστρήλατη | οιστρήλατο |
| Κλητική | οιστρήλατε | οιστρήλατη | οιστρήλατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οιστρήλατοι | οιστρήλατες | οιστρήλατα |
| Γενική | οιστρήλατων | οιστρήλατων | οιστρήλατων |
| Αιτιατική | οιστρήλατους | οιστρήλατες | οιστρήλατα |
| Κλητική | οιστρήλατοι | οιστρήλατες | οιστρήλατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →