οίστρος
•
- εντομολογίαείδος δίπτερων εντόμων που ενοχλούν και τρελαίνουν ορισμένα ζώα Βικιλεξικό
- βιολογίατο σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την ωορρηξία των θηλαστικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάπνευματική και ψυχική διέγερση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οίστρος < αρχαία ελληνική οἶστρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οίστρος | οίστροι |
| Γενική | οίστρου | οίστρων |
| Αιτιατική | οίστρο | οίστρους |
| Κλητική | οίστρε | οίστροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →