Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγάριθμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μικρός ως προς τον αριθμό, ως προς το πλήθος των στοιχείων Βικιλεξικό
    • Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)

Ετυμολογία

ολιγάριθμος < μεσαιωνική ελληνική ολιγάριθμος < ολίγος + αριθμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολιγάριθμοςολιγάριθμηολιγάριθμο
Γενικήολιγάριθμουολιγάριθμηςολιγάριθμου
Αιτιατικήολιγάριθμοολιγάριθμηολιγάριθμο
Κλητικήολιγάριθμεολιγάριθμηολιγάριθμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολιγάριθμοιολιγάριθμεςολιγάριθμα
Γενικήολιγάριθμωνολιγάριθμωνολιγάριθμων
Αιτιατικήολιγάριθμουςολιγάριθμεςολιγάριθμα
Κλητικήολιγάριθμοιολιγάριθμεςολιγάριθμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →