Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγαρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πολιτικήπολίτευμα στο οποίο την εξουσία έχει και ασκεί μια μικρή ομάδα ατόμων Βικιλεξικό
    • Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)

Ετυμολογία

ολιγαρχία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀλιγαρχία < ὀλιγ- + -αρχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολιγαρχίαολιγαρχίες
Γενικήολιγαρχίαςολιγαρχιών
Αιτιατικήολιγαρχίαολιγαρχίες
Κλητικήολιγαρχίαολιγαρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →