ολιγοζωία
•
- λόγιοη σύντομη ζωή, ο βραχύς βίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολιγοζωία < μεσαιωνική ελληνική ολιγοζωία < ολιγόζωος < αρχαία ελληνική ὀλίγος + ζωή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολιγοζωία | ολιγοζωίες |
| Γενική | ολιγοζωίας | ολιγοζωιών |
| Αιτιατική | ολιγοζωία | ολιγοζωίες |
| Κλητική | ολιγοζωία | ολιγοζωίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →