Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολιγόζωος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ή αναμένεται να έχει μικρή διάρκεια ζωής Βικιλεξικό
    • Αλλ’ είσαι και ολιγόζωος και πίκρες ποτισμένος σαν κανείς άλλος. (Ομήρου Ιλιάδα Α 417, μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά)

Ετυμολογία

ολιγόζωος < μεσαιωνική ελληνική ολιγόζωος < αρχαία ελληνική ὀλίγος + ζωή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολιγόζωοςολιγόζωηολιγόζωο
Γενικήολιγόζωουολιγόζωηςολιγόζωου
Αιτιατικήολιγόζωοολιγόζωηολιγόζωο
Κλητικήολιγόζωεολιγόζωηολιγόζωο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολιγόζωοιολιγόζωεςολιγόζωα
Γενικήολιγόζωωνολιγόζωωνολιγόζωων
Αιτιατικήολιγόζωουςολιγόζωεςολιγόζωα
Κλητικήολιγόζωοιολιγόζωεςολιγόζωα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →