ολισμός
•
- φιλοσοφίαθεωρία (και η αντίστοιχη πρακτική) που δίνει προτεραιότητα στο όλον σε σχέση με το μέρος και πιστεύει πως το όλον είναι αξιολογικά ανώτερο σε σχέση με το άθροισμα των επιμέρους. Η θεωρία υποστηρίζει ότι τα μέρη ενός συνόλου αλληλοσυνδέονται με τέτοιο τρόπο που η προσέγγιση, κατανόηση και ερμηνεία τους είναι δυνατές μόνο μέσω της αναφοράς στο σύνολο (στο όλον). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Holismus < αρχαία ελληνική ὅλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολισμός | ολισμοί |
| Γενική | ολισμού | ολισμών |
| Αιτιατική | ολισμό | ολισμούς |
| Κλητική | ολισμέ | ολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →