όλος
•
- ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του Βικιλεξικό
- όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη
- στον πληθυντικόγια μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της Βικιλεξικό
- όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
- τέλειωσα για σήμερα όλες τις δουλειές μου
- (χωρίς προσδιοριζόμενο ουσιαστικό)
- με επανάληψηόλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος) Βικιλεξικό
- έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ
- (ως έκφραση) όλα κι όλα: για να δηλωθεί ότι κάποιος έφτασε στα όριά του και δεν μπορεί να ανεχτεί κάτι περισσότερο
Ετυμολογία
όλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *solwos
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | όλος | όλη | όλο |
| Γενική | όλου | όλης | όλου |
| Αιτιατική | όλο | όλη | όλο |
| Κλητική | όλε | όλη | όλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | όλοι | όλες | όλα |
| Γενική | όλων | όλων | όλων |
| Αιτιατική | όλους | όλες | όλα |
| Κλητική | όλοι | όλες | όλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →