Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του Βικιλεξικό
    • όλο του το είναι ήταν δοσμένο στην επιστήμη
  2. στον πληθυντικόγια μια ομάδα στοιχείων στο σύνολό της, χωρίς να εξαιρείται κανένα μέλος της Βικιλεξικό
    • όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε
    • τέλειωσα για σήμερα όλες τις δουλειές μου
    • (χωρίς προσδιοριζόμενο ουσιαστικό)
  3. με επανάληψηόλοι κι όλοι - όλες κι όλες -όλα κι όλα: συνολικά (για να δηλωθεί ένας αριθμός που θεωρείται σχετικά περιορισμένος) Βικιλεξικό
    • έχω πάνω μου όλα κι όλα πέντε ευρώ
    • (ως έκφραση) όλα κι όλα: για να δηλωθεί ότι κάποιος έφτασε στα όριά του και δεν μπορεί να ανεχτεί κάτι περισσότερο

Ετυμολογία

όλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *solwos

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόλοςόληόλο
Γενικήόλουόληςόλου
Αιτιατικήόλοόληόλο
Κλητικήόλεόληόλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόλοιόλεςόλα
Γενικήόλωνόλωνόλων
Αιτιατικήόλουςόλεςόλα
Κλητικήόλοιόλεςόλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →