ολκή
•
- σαν χαρακτηρισμόςαξία, ικανότητα, σπουδαιότητα, εκτόπισμα, μέγεθος ενός ανθρώπου ή μιας συμπεριφοράς (μόνο στη γενική ενικού χωρίς άρθρο) Βικιλεξικό
- (μειωτικά, ειρωνικά) είναι γαϊδούρι ολκής, διαρρήκτης ολκής, απατεώνας ολκής, βλάκας ολκής, λάθος ολκής γκάφα ολκής
- (ως έπαινος) επιστήμονας ολκής, επιτεύγματα ολκής, πολιτικός ολκής
- τεχνολογίαμέθοδος παραγωγής σύρματος από όλκιμο μέταλλο Βικιλεξικό
- οπλισμόςδιαμέτρημα κάννης όπλου Βικιλεξικό
- για τις παρωχημένες αρχαίες σημασίες «έλξη» και «βάρος» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολκή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁλκή (έλξη, τράβηγμα) → και δείτε τη λέξη ἕλκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολκή | — |
| Γενική | ολκής | — |
| Αιτιατική | ολκή | — |
| Κλητική | ολκή | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →