Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοσηρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοολομέταξος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοολοσηρικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοσηρικός < ολο- + σηρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοσηρικόςολοσηρικήολοσηρικό
Γενικήολοσηρικούολοσηρικήςολοσηρικού
Αιτιατικήολοσηρικόολοσηρικήολοσηρικό
Κλητικήολοσηρικέολοσηρικήολοσηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοσηρικοίολοσηρικέςολοσηρικά
Γενικήολοσηρικώνολοσηρικώνολοσηρικών
Αιτιατικήολοσηρικούςολοσηρικέςολοσηρικά
Κλητικήολοσηρικοίολοσηρικέςολοσηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →