ολοσηρικός
•
- λόγιοολομέταξος Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοολοσηρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοσηρικός < ολο- + σηρικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοσηρικός | ολοσηρική | ολοσηρικό |
| Γενική | ολοσηρικού | ολοσηρικής | ολοσηρικού |
| Αιτιατική | ολοσηρικό | ολοσηρική | ολοσηρικό |
| Κλητική | ολοσηρικέ | ολοσηρική | ολοσηρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοσηρικοί | ολοσηρικές | ολοσηρικά |
| Γενική | ολοσηρικών | ολοσηρικών | ολοσηρικών |
| Αιτιατική | ολοσηρικούς | ολοσηρικές | ολοσηρικά |
| Κλητική | ολοσηρικοί | ολοσηρικές | ολοσηρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →