Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόγυρος

/oˈlo.ʝi.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόγυρος < ελληνιστική κοινή ὁλόγυρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγυροςολόγυρηολόγυρο
Γενικήολόγυρουολόγυρηςολόγυρου
Αιτιατικήολόγυροολόγυρηολόγυρο
Κλητικήολόγυρεολόγυρηολόγυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγυροιολόγυρεςολόγυρα
Γενικήολόγυρωνολόγυρωνολόγυρων
Αιτιατικήολόγυρουςολόγυρεςολόγυρα
Κλητικήολόγυροιολόγυρεςολόγυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →