ολόγυρος
•
- που βρίσκεται γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόγυρος < ελληνιστική κοινή ὁλόγυρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγυρος | ολόγυρη | ολόγυρο |
| Γενική | ολόγυρου | ολόγυρης | ολόγυρου |
| Αιτιατική | ολόγυρο | ολόγυρη | ολόγυρο |
| Κλητική | ολόγυρε | ολόγυρη | ολόγυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγυροι | ολόγυρες | ολόγυρα |
| Γενική | ολόγυρων | ολόγυρων | ολόγυρων |
| Αιτιατική | ολόγυρους | ολόγυρες | ολόγυρα |
| Κλητική | ολόγυροι | ολόγυρες | ολόγυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →