ολόκορμος
•
- ο σύγκορμος, που αφορά όλο το κορμί Βικιλεξικό
- Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
ολόκορμος < ολο- + κορμί + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόκορμος | ολόκορμη | ολόκορμο |
| Γενική | ολόκορμου | ολόκορμης | ολόκορμου |
| Αιτιατική | ολόκορμο | ολόκορμη | ολόκορμο |
| Κλητική | ολόκορμε | ολόκορμη | ολόκορμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόκορμοι | ολόκορμες | ολόκορμα |
| Γενική | ολόκορμων | ολόκορμων | ολόκορμων |
| Αιτιατική | ολόκορμους | ολόκορμες | ολόκορμα |
| Κλητική | ολόκορμοι | ολόκορμες | ολόκορμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →