ομίχλη
•
- μετεωρολογίαμετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την ορατότητα Βικιλεξικό
- Αργήσαμε να προσγειωθούμε λόγω της ομίχλης. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)
Ετυμολογία
ομίχλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀμίχλη/ ὁμίχλη < πρωτοελληνική *omíkʰlā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃migʰleh₂
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομίχλη | ομίχλες |
| Γενική | ομίχλης | ομιχλών |
| Αιτιατική | ομίχλη | ομίχλες |
| Κλητική | ομίχλη | ομίχλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →