ομαδικότητα
•
- η ιδιότητα του ομαδικού, να έχει κάποιος ομαδικό πνεύμα και νοοτροπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομαδικότητα < ομαδικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομαδικότητα | ομαδικότητες |
| Γενική | ομαδικότητας | ομαδικοτήτων |
| Αιτιατική | ομαδικότητα | ομαδικότητες |
| Κλητική | ομαδικότητα | ομαδικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →