ομάδα
•
- σύνολο μερικών ατόμων που βρίσκονται συναθροισμένοι Βικιλεξικό
- σύνολο ατόμων που έχουν κάποιο κοινό σκοπό Βικιλεξικό
- ειδικότερασύνολο αθλητών που συμμετέχουν σε ομαδικό παιχνίδι αντιμετωπίζοντας έναν αντίπαλο Βικιλεξικό
- Η ομάδα μας νίκησε!
- σύνολο ομοειδών χημικών στοιχείων Βικιλεξικό
- τύπος αίματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομάδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁμάς, με μεταπλασμό σε -άδα από την αιτιατική «τὴν ὁμάδα», σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική groupe, équipe
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομάδα | ομάδες |
| Γενική | ομάδας | ομάδων |
| Αιτιατική | ομάδα | ομάδες |
| Κλητική | ομάδα | ομάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →