Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου έχει σχέση με όμιλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραμέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ιστορικού δημοτικιστικού σωματείου Βικιλεξικό
    • Η «επαναστατική επιτροπή» Πλαστήρα - Γονατά που ανέλαβε μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής επιχειρεί με επιμέρους παρεμβάσεις να επαναφέρει στα ζητήματα της διοίκησης και εποπτείας της δημοτικής εκπαίδευσης την προ του 1920 κατάσταση […] Στην εκπαιδευτική ιεραρχία επανέρχονται οι ομιλικοί δημοτικιστές: Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης
    • Η «εδραία», η «ακλόνητη βάση» της γλωσσικής μορφής είναι για τους κορυφαίους «ομιλικούς» η «γραμματική της γλώσσας του λαού» ή αλλιώτικα το «τυπικό της λαϊκής γλώσσας». Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο θα εργαστεί κυρίως ο Τριανταφυλλίδης για να δώσει τον τύπο της «λαϊκής γραμματικής» στο σχολείο αναγορεύοντάς την σε «εθνική γραμματική»

Ετυμολογία

ομιλικός (νεολογισμός) < όμιλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομιλικόςομιλικήομιλικό
Γενικήομιλικούομιλικήςομιλικού
Αιτιατικήομιλικόομιλικήομιλικό
Κλητικήομιλικέομιλικήομιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομιλικοίομιλικέςομιλικά
Γενικήομιλικώνομιλικώνομιλικών
Αιτιατικήομιλικούςομιλικέςομιλικά
Κλητικήομιλικοίομιλικέςομιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →