ομιτζί
•
- διαδικτυακή αργκόεπιφώνημα που δηλώνει έκπληξη, αποδοκιμασία, θαυμασμό κ.ά. Βικιλεξικό
- τον θυμόμουν μικρό έναν χειμώνα που είχε περάσει συνάχι και του έτρεχαν οι μύξες και τον κοίταζα με αηδία, ίου, μπλιάξ και ομιτζί (Ελένη Κατσαμά, Ο κόσμος από την αρχή - The World Anew, ΚΕΘΙ, UNICEF, 2020)
Ετυμολογία
ομιτζί < (άμεσο δάνειο) αγγλική OMG < Oh My God (ω Θεέ μου)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →