ομιτζί και τρία λολ
•
- διαδικτυακή αργκόδηλώνει έκπληξη, θαυσμασμό κ.ά. (ομιτζί), ως αντίδραση σε κάτι αστείο (τα λολ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομιτζί και τρία λολ < ομιτζί + και + τρία + λολ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →