ομολογία
•
- η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανήθικο Βικιλεξικό
- η ομολογία του κατηγορουμένου για το αποτρόπαιο έγκλημα συντάραξε την κοινή γνώμη
- η δημόσια διακήρυξη της χριστιανικής πίστης Βικιλεξικό
- χριστιανικό δόγμα ή εκκλησία Βικιλεξικό
- Σήμερα γίνονται πολλοί Διάλογοι της Εκκλησίας μας με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, με άλλες Ομολογίες και άλλες Θρησκείες (Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, "Οι τέσσερις στόχοι της ιεραρχίας", άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 15 Νοεμβρίου 1998)
- οικονομίατίτλος με τον οποίο αναγνωρίζεται στον κάτοχό του το δικαίωμα στην αποπληρωμή τμήματος ενός δανείου, ομόλογο Βικιλεξικό
- Πρόταση για την απόκτηση μέρους ή του συνόλου καλυμμένων ομολογιών που είχε εκδώσει στο παρελθόν υπέβαλε η Εθνική Τράπεζα, με στόχο την ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης (από άρθρο της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4 Ιανουαρίου 2012)
Ετυμολογία
ομολογία < αρχαία ελληνική ὁμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομολογία | ομολογίες |
| Γενική | ομολογίας | ομολογιών |
| Αιτιατική | ομολογία | ομολογίες |
| Κλητική | ομολογία | ομολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →