ομολογώ
•
- παραδέχομαι κάτι Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαραδέχομαι κάτι παράνομο που διέπραξα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομολογώ < αρχαία ελληνική ὁμολογέω - ὁμολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομολογώ | ομολογείς | ομολογεί | ομολογούμε | ομολογείτε | ομολογούν / ομολογούνε |
| Παρατατικός | ομολογούσα | ομολογούσες | ομολογούσε | ομολογούσαμε | ομολογούσατε | ομολογούσαν / ομολογούσανε |
| Αόριστος | ομολόγησα | ομολόγησες | ομολόγησε | ομολογήσαμε | ομολογήσατε | ομολογήσαν / ομολογήσανε / ομολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ομολογήσω / θα ομολογώ | θα ομολογήσεις / θα ομολογείς | θα ομολογήσει / θα ομολογεί | θα ομολογήσουμε / θα ομολογούμε | θα ομολογήσετε / θα ομολογείτε | θα ομολογήσουν / θα ομολογήσουνε / θα ομολογούν / θα ομολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ομολογήσει | έχεις ομολογήσει | έχει ομολογήσει | έχουμε ομολογήσει | έχετε ομολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομολογήσει | είχες ομολογήσει | είχε ομολογήσει | είχαμε ομολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομολογήσει / να ομολογήσω / να ομολογώ | να έχεις ομολογήσει / να ομολογήσεις / να ομολογείς | να έχει ομολογήσει / να ομολογήσει / να ομολογεί | να έχουμε ομολογήσει / να ομολογήσουμε / να ομολογούμε | να έχετε ομολογήσει / να ομολογήσετε / να ομολογείτε | να ομολογήσουν / να ομολογήσουνε / να ομολογούν / να ομολογούνε |
| Προστακτική | — | ομολόγει / ομολόγησε | — | — | ομολογήστε / ομολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →