ομορφάνθρωπος
•
- οικείοπου είναι όμορφος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομορφάνθρωπος < (όμορφος) ομορφ- + άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομορφάνθρωπος | ομορφάνθρωποι |
| Γενική | ομορφάνθρωπου | — |
| Αιτιατική | ομορφάνθρωπο | ομορφάνθρωπους |
| Κλητική | ομορφάνθρωπε | ομορφάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →