Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοτεχνία

/o.mo.teˈxni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη συντεχνία Βικιλεξικό
    • Να πάμε τώρα επιλεκτικώς στην έως εσχάτως αδιάφθορη δικαστική εξουσία- παρέα με τα αναποφεύκτως ομότεχνα εξωτερικά βαποράκια; Το ποσοστό των επιόρκων εδώ είναι συντριπτικά μικρότερο, όπως φαίνεται- αλλα οι συνέπειες της επιορκίας δυνητικώς δυσανάλογα μεγάλες. Κι οι Πολεοδομίες; Δέν σεμνύνομαι για την ομοτεχνία μου, παρ' όλον οτι φαίνεται οτι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά εκεί.
    • Οι μυθολογικές παραδόσεις για τις θεότητες της μεταλλουργίας περιέχουν συγκαλυμμένες πληροφορίες για την οργάνωση των πρώτων μεταλλουργών, τη θρησκευτική δομή των ομοτεχνιών τους αλλά και την άσκηση της μαντείας.
    • Την οικτρώς χειμαζόμενη, πανταχόθεν βαλλόμενη και απηνώς διωκόμενη -όπως θα έλεγε και η εσχάτως «συνδικαλιζόμενη» ομοτεχνία των φιλολόγων- αριστεία αποφάσισε να στεγάσει και να αποκαταστήσει το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ετυμολογία

ομοτεχνία <ομότεχν(ος) + -ία• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομοτεχνίαομοτεχνίες
Γενικήομοτεχνίαςομοτεχνιών
Αιτιατικήομοτεχνίαομοτεχνίες
Κλητικήομοτεχνίαομοτεχνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →