ομότεχνος
•
- συχνά ως ουσιαστικόπου ασκεί την ίδια τέχνη με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομότεχνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμότεχνος. Συγχρονικά αναλύεται σε ομό- + -τεχνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομότεχνος | ομότεχνη | ομότεχνο |
| Γενική | ομότεχνου | ομότεχνης | ομότεχνου |
| Αιτιατική | ομότεχνο | ομότεχνη | ομότεχνο |
| Κλητική | ομότεχνε | ομότεχνη | ομότεχνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομότεχνοι | ομότεχνες | ομότεχνα |
| Γενική | ομότεχνων | ομότεχνων | ομότεχνων |
| Αιτιατική | ομότεχνους | ομότεχνες | ομότεχνα |
| Κλητική | ομότεχνοι | ομότεχνες | ομότεχνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →